Μετάφραση του "Anpflanzung" σε Ελληνικά

Οι φυτεία, φυτό, φύτεμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anpflanzung" σε Ελληνικά.

Anpflanzung noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυτεία

    noun feminine

    Diese beiden Gruppen rivalisierten ständig miteinander um die schönsten Anpflanzungen, die bekanntesten Sorten und die besten Weine.

    Συχνά οι ομάδες αυτές συναγωνίζονταν με στόχο τη δημιουργία της ωραιότερης φυτείας, την καλλιέργεια των πιο φημισμένων ποικιλιών και την παραγωγή των καλύτερων οίνων.

  • φυτό

    noun neuter

    der Erwerb von Produktionsrechten, Tieren und einjährigen Kulturen sowie die Anpflanzung solcher Kulturen,

    η αγορά δικαιωμάτων γεωργικής παραγωγής, ζώων, ετήσιων φυτών και η φύτευσή τους·

  • φύτεμα

    Folglich tragen die heutigen Anpflanzungen nichts dazu bei, den momentanen Bedarf zu decken.

    Σημαίνει επίσης ότι το φύτεμα δεν βοηθάει καθόλου στο να ικανοποιηθεί η παρούσα ζήτηση.

  • φύτευση

    Ich war sicher, dass die Anpflanzung von Bäumen Es war gut für meine Bedürfnisse.

    Ήμουν σίγουρος ότι φύτευση δέντρων Θα ήταν καλό για τις ανάγκες μου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anpflanzung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anpflanzung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη