Μετάφραση του "Anrechnung" σε Ελληνικά

Οι επιβάρυνση, καταλογισμός, πίστωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anrechnung" σε Ελληνικά.

Anrechnung noun feminine

Die Zuerkennung einer Straftat, einer Schuld und ähnlichem.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιβάρυνση

    Persönliche Rollstühle werden ohne Anrechnung auf die Freigepäckgrenze und kostenlos befördert.

    Τα προσωπικά αναπηρικά αμαξίδια γίνονται δεκτά χωρίς πρόσθετη επιβάρυνση και μεταφέρονται δωρεάν.

  • καταλογισμός

    Die Beihilfe wird von dem Mitgliedstaat gezahlt, auf dessen garantierte einzelstaatliche Menge die Anrechnung erfolgt ist.

    Η ενίσχυση καταβάλλεται από το κράτος μέλος στην εθνική εγγυημένη ποσότητα τον οποίου γίνεται ο καταλογισμός.

  • πίστωση

    noun

    Sie werden im Wege einer Anrechnung der von der Tochtergesellschaft im Niederlassungsstaat entrichteten Steuer besteuert.

    Τα ως άνω κέρδη φορολογούνται με πίστωση φόρου («tax credit») ποσού ίσου προς τον φόρο που καταβλήθηκε εκ μέρους της θυγατρικής εντός του κράτους εγκαταστάσως.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anrechnung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Anrechnung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anrechnung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη