Μετάφραση του "Anspruch" σε Ελληνικά

Οι αξίωση, διεκδίκηση, απαίτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anspruch" σε Ελληνικά.

Anspruch noun masculine γραμματική

(berechtigter) Anspruch

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξίωση

    noun feminine

    Allerdings sei eine vertragliche Verfügung über diese Ansprüche möglich.

    Εντούτοις, είναι δυνατή η συμβατική διάθεση των εν λόγω αξιώσεων.

  • διεκδίκηση

    feminine

    Es würde Anreize schaffen, höhere und nicht gerechtfertigte Ansprüche zu stellen.

    Θα δημιουργούσε κίνητρα για τη διεκδίκηση υψηλότερων και αδικαιολόγητων αποζημιώσεων.

  • απαίτηση

    Noun

    Sie haben keinen speziellen Anspruch auf die Verfassung.

    Δεν έχετε κάποια ιδιαίτερη απαίτηση για το Σύνταγμα.

  • διεκδίκηση αποζημίωσης

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anspruch " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Anspruch" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anspruch" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη