Μετάφραση του "Anwachsen" σε Ελληνικά

Οι αύξηση, αυξάνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anwachsen" σε Ελληνικά.

Anwachsen noun neuter γραμματική

(das) Anwachsen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αύξηση

    noun feminine

    Diese Einschränkungen verhindern ein unkontrolliertes Anwachsen der Rinderzahl.

    Οι περιορισμοί αυτοί δεν επιτρέπουν την ανεξέλεγκτη αύξηση του αριθμού των ζώων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Anwachsen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

anwachsen verb γραμματική

klettern (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυξάνομαι

    Verb verb
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Anwachsen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη