Μετάφραση του "Anwachsen" σε Ελληνικά
Οι αύξηση, αυξάνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Anwachsen" σε Ελληνικά.
Anwachsen
noun
neuter
γραμματική
(das) Anwachsen
-
αύξηση
noun feminineDiese Einschränkungen verhindern ein unkontrolliertes Anwachsen der Rinderzahl.
Οι περιορισμοί αυτοί δεν επιτρέπουν την ανεξέλεγκτη αύξηση του αριθμού των ζώων.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Anwachsen " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
anwachsen
verb
γραμματική
klettern (umgangssprachlich) [..]
-
αυξάνομαι
Verb verb
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη