Μετάφραση του "Arithmetik" σε Ελληνικά

Οι αριθμητική, Αριθμητική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Arithmetik" σε Ελληνικά.

Arithmetik noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αριθμητική

    noun feminine

    Er erkennt nicht, wie sehr er sich mit seiner Arithmetik selbst belastet.

    Δεν βλέπει καν ότι η αριθμητική του τον συντρίβει.

  • Αριθμητική

    Teilgebiet der Mathematik

    Er erkennt nicht, wie sehr er sich mit seiner Arithmetik selbst belastet.

    Δεν βλέπει καν ότι η αριθμητική του τον συντρίβει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Arithmetik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Arithmetik" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Arithmetik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη