Μετάφραση του "Arrest" σε Ελληνικά

Οι κράτηση, περιορισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Arrest" σε Ελληνικά.

Arrest noun masculine γραμματική

Freiheitsentziehung (fachsprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κράτηση

    noun

    Sagt mir nicht, sie sind auch unter Arrest.

    Μην μου πεις πως είστε και οι δυο υπό κράτηση, επίσης.

  • περιορισμός

    noun

    Eine Leiche ausgraben oder das Haus unter Arrest verlassen?

    Να ξεθάψω ένα πτώμα... ή να διαφύγω από κατ'οίκον περιορισμό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Arrest " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Arrest" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη