Μετάφραση του "Aspartam" σε Ελληνικά

Το Ασπαρτάμη είναι η μετάφραση του "Aspartam" σε Ελληνικά.

Aspartam noun neuter γραμματική

ein Süßstoff

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασπαρτάμη

    chemische Verbindung

    Aspartam ist ein intensives Süßungsmittel, dessen Süße etwa dem Zweihundertfachen derjenigen von Saccharose entspricht.

    Η ασπαρτάμη είναι γλυκαντικό έντονης γλυκαντικής ικανότητας με γλυκύτητα περίπου 200 φορές μεγαλύτερη από της σακχαρόζης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Aspartam " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Aspartam" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη