Μετάφραση του "Asymptote" σε Ελληνικά

Οι ασύμπτωτη, ασύμπτωτος, Ασύμπτωτες συνάρτησης είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Asymptote" σε Ελληνικά.

Asymptote noun feminine γραμματική

Gerade, der sich eine Kurve im Unendlichen beliebig annähert ohne sie zu erreichen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ασύμπτωτη

    feminine

    Wählen Sie die erste Asymptote für den neuen Kegelschnitt

    Επιλέξτε την πρώτη ασύμπτωτη της νέας κωνικής τομής

  • ασύμπτωτος

    feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Asymptote " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

asymptote
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ασύμπτωτες συνάρτησης

Εικόνες με "Asymptote"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Asymptote" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη