Μετάφραση του "Ataxie" σε Ελληνικά

Το αταξία είναι η μετάφραση του "Ataxie" σε Ελληνικά.

Ataxie noun feminine γραμματική

Störung in der Koordination von Muskelbewegungen

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αταξία

    noun feminine

    Leptospirose könnte die Ataxie und die Anämie erklären.

    Η λεπτοσπείρωση μπορεί να δικαιολογήσει την αταξία και την αναιμία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Ataxie " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

ataxie
+ Προσθήκη

"ataxie" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το ataxie στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Ataxie" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη