Μετάφραση του "Atom" σε Ελληνικά

Οι άτομο, ατομικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Atom" σε Ελληνικά.

Atom noun neuter γραμματική

(Chemie und Physik:) kleinstes Teilchen eines chemischen Elements, das dessen Eigenschaften besitzt.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άτομο

    noun neuter

    Grundbaustein der Materie [..]

    Damit du dir das vorstellen kannst, blasen wir jedes Atom auf die Größe einer Blaubeere auf.

    Για να το φανταστείτε, ας φουσκώσουμε το κάθε άτομο στο μέγεθος ενός βατόμουρου.

  • ατομικός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Atom " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

atom
+ Προσθήκη

"atom" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το atom στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Atom"

Φράσεις παρόμοιες με "Atom" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Atom" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη