Μετάφραση του "Auslassung" σε Ελληνικά
Το παράλειψη είναι η μετάφραση του "Auslassung" σε Ελληνικά.
Auslassung
Noun
noun
feminine
γραμματική
Auslassung(en) (gehoben) [..]
-
παράλειψη
noun feminineDiese Auslassung ist offensichtlich auf ein Versehen zurückzuführen.
Η παράλειψη αυτή φαίνεται ότι οφείλεται σε αβλεψία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Auslassung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη