Μετάφραση του "Austreiben" σε Ελληνικά

Οι βλαστάνω, εξορκίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Austreiben" σε Ελληνικά.

austreiben Verb γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βλαστάνω

    Verb verb

    Die Wurzeln hatten schon lange vor Beginn des 19. Jahrhunderts existiert und auszutreiben begonnen.

    Οι ρίζες βρίσκονταν στη θέση τους και είχαν βλαστήσει πολύ καιρό προτού αρχίσει ο 19ος αιώνας.

  • εξορκίζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Austreiben " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Austreiben" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη