Μετάφραση του "Auszeit" σε Ελληνικά

Το διάλειμμα είναι η μετάφραση του "Auszeit" σε Ελληνικά.

Auszeit noun Noun feminine γραμματική

Unterbruch (schweiz.)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάλειμμα

    noun

    Ich entschied mich also, eine Auszeit zu nehmen.

    Αποφάσισα να κάνω ένα διάλειμμα από τη δουλειά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Auszeit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Auszeit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη