Μετάφραση του "Auszeit" σε Ελληνικά
Το διάλειμμα είναι η μετάφραση του "Auszeit" σε Ελληνικά.
Auszeit
noun
Noun
feminine
γραμματική
Unterbruch (schweiz.)
-
διάλειμμα
nounIch entschied mich also, eine Auszeit zu nehmen.
Αποφάσισα να κάνω ένα διάλειμμα από τη δουλειά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Auszeit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη