Μετάφραση του "Authentifizierung" σε Ελληνικά

Οι Πιστοποίηση, έλεγχος ταυτότητας, αυθεντικοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Authentifizierung" σε Ελληνικά.

Authentifizierung noun Noun feminine γραμματική

Der Vorgang der Herstellung oder der Bestätigung jemandes oder etwas, was oder wer er, sie oder es ist.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Πιστοποίηση

    Authentifizierung fehlgeschlagen (Benutzername %

    Απέτυχε η πιστοποίηση (όνομα χρήστη=%

  • έλεγχος ταυτότητας

    Interoperable elektronische Identifizierung und Authentifizierung in ganz Europa.

    Διαλειτουργική ηλεκτρονική ταυτοποίηση και έλεγχος ταυτότητας σε ευρωπαϊκή κλίμακα.

  • αυθεντικοποίηση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Authentifizierung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

authentifizierung
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πιστοποίηση

    noun feminine

    Authentifizierung fehlgeschlagen (Benutzername %

    Απέτυχε η πιστοποίηση (όνομα χρήστη=%

Φράσεις παρόμοιες με "Authentifizierung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Authentifizierung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη