Μετάφραση του "Autobahn" σε Ελληνικά

Οι αυτοκινητόδρομος, Γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι, αυτοκινητόδρομος υπερταχείας κυκλοφορίας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Autobahn" σε Ελληνικά.

Autobahn noun feminine γραμματική

Autobahn (Deutschland)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • αυτοκινητόδρομος

    noun masculine

    Fernverkehrsstraße für überregionalen Personen- und Güterverkehr

    Das Leben ist wie eine große Autobahn.

    Η ζωή είναι σαν ένας μεγάλος αυτοκινητόδρομος.

  • Γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι

    Autobahn (Deutschland)

    Die deutschen Autobahnen befinden sich im Zentrum Europas und werden bereits stark von ausländischen Kraftverkehrsunternehmen befahren.

    Ευρισκόμενοι στο κέντρο της Ευρώπης, οι γερμανικοί αυτοκινητόδρομοι χρησιμοποιούνται κατά μεγάλο ποσοστό από μη γερμανούς οδικούς μεταφορείς.

  • αυτοκινητόδρομος υπερταχείας κυκλοφορίας

    noun masculine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • δρόμος χωρίς διόδια
    • Αυτοκινητόδρομος
    • εθνική οδός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Autobahn " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Autobahn"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Autobahn" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη