Μετάφραση του "Autobus" σε Ελληνικά

Οι λεωφορείο, λεωφορειακός, πούλμαν είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Autobus" σε Ελληνικά.

Autobus noun masculine γραμματική

Autobus (österr.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεωφορείο

    noun neuter

    Ein Kraftfahrzeug mit einem großen langen Fahrgastraum mit Sitzplätzen, das üblicherweise nach einem vorherbestimmten Fahrplan verkehrt. [..]

    Sie können den Autobus nehmen nach Hampton Court.

    Μπορείτε να πάρετε το λεωφορείο ως το Χάμπτον ορτ.

  • λεωφορειακός

  • πούλμαν

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Autobus " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Autobus"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Autobus" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη