Μετάφραση του "Autorisation" σε Ελληνικά
Οι έγκριση, εξουσιοδότηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Autorisation" σε Ελληνικά.
Autorisation
Konzession (fachsprachlich)
-
έγκριση
nounSie hatten keine Autorisation dafür.
Δεν υπάρχει περίπτωση να είχατε έγκριση να το κάνετε αυτό.
-
εξουσιοδότηση
nounDiese Leute arbeiten im Schatten, ohne offizielle Autorisation.
Αυτοί οι τύποι λειτουργούν στις σκιές χωρίς επίσημη εξουσιοδότηση.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Autorisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη