Μετάφραση του "Backofen" σε Ελληνικά

Οι φούρνος, Φούρνος, κλίβανος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Backofen" σε Ελληνικά.

Backofen noun masculine γραμματική

Röhre (umgangssprachlich)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φούρνος

    noun masculine

    κατασκευή ή συσκευή για ψήσιμο

    Das ganze Nest sieht einem altmodischen runden Backofen ähnlich.

    Αυτό κάμνει ολόκληρο το κατασκεύασμα να μοιάζη κάπως σαν ένας στρογγυλός φούρνος της παλιάς μόδας.

  • Φούρνος

    Apparat zum Backen, Braten und Grillen von Lebensmitteln

    Wer kein solches Gerät besitzt, kann auch einen normalen Backofen verwenden.

    Αν δεν έχετε τέτοιο σκεύος, ο κανονικός σας φούρνος είναι ικανοποιητικός.

  • κλίβανος

    Backbänder werden nur noch in Ausnahmefällen verwendet, und in Rotations-Backöfen werden Bleche benutzt.

    Οι κλίβανοι δαπέδου χρησιμοποιούνται μόνο κατ' εξαίρεση, ενώ στους περιστροφικούς κλιβάνους χρησιμοποιούνται λαμαρίνες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Backofen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Backofen"

Φράσεις παρόμοιες με "Backofen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Backofen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη