Μετάφραση του "Bad" σε Ελληνικά

Οι μπάνιο, λουτρό, μπανιέρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bad" σε Ελληνικά.

Bad noun neuter γραμματική

Nasszelle (im Mini-Apartment) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπάνιο

    noun neuter

    πλύσιμο του σώματος [..]

    Einzelzimmer mit Bad, bitte.

    Μονόκλινο με μπάνιο παρακαλώ.

  • λουτρό

    noun neuter

    Raum, der eine Badewanne, Dusche und meist ein Waschbecken und eine Toilette enthält.

    Das Probierglas wird in das Bad eingesetzt, nachdem dieses 100 °C erreicht hat.

    Ο δοκιμαστικός σωλήνας τοποθετείται στο λουτρό όταν το τελευταίο έχει φτάσει τους 100 °C.

  • μπανιέρα

    noun feminine

    Ich wollte ihn eigentlich in einem heißen Bad zu mir nehmen.

    Θα το έπινα ξαπλωμένη σε μια ζεστή μπανιέρα.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βαλανείον
    • ιαματικά λουτρά
    • κολυμβητήριο
    • μπανιάρισμα
    • λούσιμο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bad " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Bad"

Φράσεις παρόμοιες με "Bad" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bad" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη