Μετάφραση του "Bank" σε Ελληνικά
Οι τράπεζα, παγκάκι, πάγκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bank" σε Ελληνικά.
Bank
noun
feminine
γραμματική
Finanzinstitut, bei dem man Geld leihen kann (für welches Zins fällig wird) oder Geld einzahlen kann (für welches man Zinsen erhält).
-
τράπεζα
noun feminineFinanzinstitut, bei dem man Geld leihen kann (für welches Zins fällig wird) oder Geld einzahlen kann (für welches man Zinsen erhält). [..]
Ich arbeite bei einer Bank.
Δουλεύω σε μια τράπεζα.
-
παγκάκι
noun neuterEin Betrunkener schlief auf der Bank ausgestreckt.
Ένας μεθυσμένος κοιμήθηκε στο παγκάκι.
-
πάγκος
noun masculineDie Bank ist meine Bühne!
Αυτός ο πάγκος θα είναι το πάλκο μου.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σκαμνί
- υποκατάστημα
- αμμοσύρτις
- έδρανο
- εδώλιο
- θρανίο
- μπάνκα
- τράπεζα | κάθισμα
- ανάχωμα
- πλαγιά
- Τράπεζα
- μπάγκος
- γεωλογικό υπόστρωμα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bank " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Bank"
Φράσεις παρόμοιες με "Bank" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παγκάκι
-
θέλω να πληρώσω μια δόση στη τράπεζα
-
η εκδότρια τράπεζα
-
Μπάγκος Πέδρο
-
Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών
-
Τραπεζικός πανικός
-
Τράπεζα για την Οικονομική Ολοκλήρωση της Κεντρικής Αμερικής
-
στην τράπεζα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη