Μετάφραση του "Bar" σε Ελληνικά
Οι μπαρ, μπαράκι, ποτοπωλείο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bar" σε Ελληνικά.
Wirtshaus (bayr.) (österr.) (umgangssprachlich)
-
μπαρ
noun neuterEinheit für den Druck [..]
Ich arbeite in einer Bar.
Δουλεύω σ' ένα μπαρ.
-
μπαράκι
noun neuterIhm gehört so eine Bar wie die Ihre in Hollywood.
Έχει ένα μπαράκι στο Χόλιγουντ, σαν το δικό σου.
-
ποτοπωλείο
noun neuter- 'Einzelhandelsverkauf' die Versorgung des Endverbrauchers mit alkoholischen Getränken oder der Verkauf an ein Restaurant, eine Bar, einen Club oder ein anderes zugelassenes Unternehmen."
- 'λιανική πώληση' είναι η διάθεση αλκοολούχων ποτών στον τελικό καταναλωτή ή η πώληση σε εστιατόριο, ποτοπωλείο, λέσχη ή άλλο εγκεκριμένο ίδρυμα".
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πάγκος
- καπηλειό
- παμπ
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bar " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
cash (umgangssprachlich)
"bar" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το bar στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Bar"
Φράσεις παρόμοιες με "Bar" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γκέι μπαρ
-
σύστημα χωρίς λειτουργικό
-
ολική αποκατάσταση λειτουργικού συστήματος
-
έναντι μετρητών