Μετάφραση του "Bargeld" σε Ελληνικά

Οι μετρητά, τοις μετρητοίς, ρευστό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bargeld" σε Ελληνικά.

Bargeld noun neuter γραμματική

Cash (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετρητά

    noun neuter

    Geld in Form von Geldscheinen und Münzen.

    Bargeld und sonstige Vermögenswerte, die leicht in Bargeld umgewandelt werden können.

    Ταμειακά και άλλα στοιχεία ενεργητικού που μπορούν να μετατραπούν εύκολα σε μετρητά.

  • τοις μετρητοίς

    noun

    Haushalt benötigt kein Konto, bevorzugt Bargeld

    Το νοικοκυριό δεν χρειάζεται λογαριασμό και προτιμά να συναλλάσσεται τοις μετρητοίς

  • ρευστό

    noun neuter

    Und ich brauche Bargeld, um mich rauskaufen zu können.

    Κι εγώ χρειάζομαι ρευστό για να εξαγοράσω την φυγή μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ρευστό χρήμα
    • μετρητά χρήματα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bargeld " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bargeld
+ Προσθήκη

"bargeld" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το bargeld στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Bargeld"

Φράσεις παρόμοιες με "Bargeld" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • μετρητοίς · της μετρητοίς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bargeld" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη