Μετάφραση του "Barmittel" σε Ελληνικά

Το μετρητά είναι η μετάφραση του "Barmittel" σε Ελληνικά.

Barmittel
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μετρητά

    noun adjective

    BankCo wurde von den früher gewährten riskanten Darlehen entlastet und hat beträchtliche Barmittel erhalten.

    Έχει απαλλαγεί από τα δάνεια υψηλού κινδύνου του παρελθόντος και έχει λάβει σημαντικό ποσό σε μετρητά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Barmittel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Barmittel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη