Μετάφραση του "Base" σε Ελληνικά
Οι βάση, θεία, ξαδέλφη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Base" σε Ελληνικά.
Eine Frau mit einem oder mehreren Geschwistern, die eines oder mehrere Kinder haben; eine Schwester von jemandes Vater oder Mutter [..]
-
βάση
noun feminineJede chemische Substanz, ionisch oder molekular, die dazu fähig ist, ein Proton (Wasserstoffion) von einer anderen Substanz an- oder aufzunehmen; die andere Substanz fungiert beim Abgeben des Protons als Säure.
Das heißt, sie können jederzeit eine unserer Basen angreifen?
Δηλαδή μπορούν να επιτεθούν στη βάση μας άμεσα.
-
θεία
noun feminineΓυναίκα της οποιας τα αδέρφια έχουν ένα ή περισσότερα παιδιά. Η αδερφή του πατέρα ή της μητέρας κάποιου ή κάποιας.
-
ξαδέλφη
noun feminineWas, wenn sie das mit Isabel in Zusammenhang bringen, wenn sie herausfinden, dass sie meine Base war?
Τι θα γίνει αν την συσχετίσουν με την Ιζαμπέλα, αν μάθαιναν ότι ήταν η ξαδέλφη μου;
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ξαδέρφη
- αλκαλική ένωση
- ξάδελφος
- ξάδερφος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Base " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"base" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το base στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Base" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
βάση
-
σκληρή βάση
-
οργανική βάση
-
Γνωσιακή βάση της Microsoft
-
Σταθμός Βάσης
-
βάση πληροφοριών διαχείρισης
-
Βάση
-
βάση