Μετάφραση του "Basis" σε Ελληνικά

Οι βάση, βασίζω, θεμέλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Basis" σε Ελληνικά.

Basis noun Noun feminine γραμματική

ABC (fig.) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βάση

    noun feminine

    Er könnte es bei einer nahe liegenden Basis versuchen.

    Θα μπορούσε να κατευθύνεται προς την κοντινότερη βάση.

  • βασίζω

    verb

    Allokation auf Basis einer anderen Beziehung kann möglich sein.

    Είναι δυνατή η κατανομή που βασίζεται σε κάποια άλλη σχέση.

  • θεμέλιο

    noun neuter

    Man braucht eine starke Basis, um etwas aufzubauen.

    Όταν θέλεις να χτίσεις κάτι, θέλεις γερά θεμέλια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάσις
    • υπόθεμα
    • έδρα
    • Βάση (μαθηματικά)
    • Βάση αριθμητικού συστήματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Basis " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Basis" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Basis" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη