Μετάφραση του "Bau" σε Ελληνικά

Οι κατασκευή, οικοδομική, κτίριο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bau" σε Ελληνικά.

Bau noun masculine neuter γραμματική

Schwedische Gardinen (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατασκευή

    noun feminine

    Einschließlich im Bau befindlicher zur Eigennutzung vorgesehener Immobilien.

    Επίσης, περιλαμβάνονται τα ακίνητα για ιδιόχρηση που βρίσκονται υπό κατασκευή.

  • οικοδομική

    noun feminine

    Wer den Eindruck hat, in Preßburg werde derzeit viel gebaut, der liegt damit ganz richtig.

    Δεν θα πέσετε έξω αν σκεφτείτε ότι υπάρχει μεγάλη οικοδομική δραστηριότητα στην Μπρατισλάβα.

  • κτίριο

    noun neuter

    Die Eisenbahngesellschaft hat ihre Pläne für zusätzliche Bauten gestrichen.

    Η εταιρεία ακύρωσε τα σχέδια για υπεράριθμα κτίρια.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • οικοδομή
    • φωλιά
    • εποικοδόμηση
    • κτίσιμο
    • λαγούμι
    • χτίσιμο
    • δεσμωτήριο
    • μπουντρούμι
    • φυλακή
    • διάρθρωση
    • δομή
    • δόμηση
    • ιστός
    • κτίσμα
    • οικοδόμηση
    • οικοδόμημα
    • πλέγμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bau " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Bau"

Φράσεις παρόμοιες με "Bau" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bau" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη