Μετάφραση του "Baum" σε Ελληνικά

Οι δέντρο, δένδρο, δεντρί είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Baum" σε Ελληνικά.

Baum noun masculine γραμματική

Makrophanerophyt (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • δέντρο

    noun neuter

    Große, mehrjährige Pflanze mit einem ausgeprägten Stamm aus dem ab einer gewissen Höhe Äste und Blätter wachsen.

    Mein Haus steht neben dem großen Baum.

    Το σπίτι μου είναι δίπλα στο μεγάλο δέντρο.

  • δένδρο

    noun neuter

    Ein abgestorbener Baum ist lediglich einmal zu erfassen.

    Το νεκρό δένδρο πρέπει να καταγράφεται, αλλά μόνο μία φορά.

  • δεντρί

    Noun

    Wie das alte Sprichwort „Einen Baum muß man biegen, solange er jung ist“ deutlich zeigt, wird auch ein Kind durch Erziehung von klein auf geformt.

    Μια παλιά παροιμία τονίζει το πώς διαμορφώνει και το παιδί επίσης η εκπαίδευση που αρχίζει νωρίς: «Όπως λυγίσεις το κλαρί, έτσι θα πάει το δεντρί».

  • Δέντρο

    Graph, mit dem sich eine Monohierarchie modellieren lässt [..]

    Mein Haus steht neben dem großen Baum.

    Το σπίτι μου είναι δίπλα στο μεγάλο δέντρο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Baum " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Baum"

Φράσεις παρόμοιες με "Baum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Baum" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη