Μετάφραση του "Bedecken" σε Ελληνικά

Οι σκέπασμα, επικαλύπτω, καλύπτω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bedecken" σε Ελληνικά.

Bedecken Noun γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • σκέπασμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bedecken " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bedecken verb γραμματική

einmummeln (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικαλύπτω

    Verb
  • καλύπτω

    verb

    Sie ist mit mikroskopisch kleinen in Längsrichtung verlaufenden parallelen Furchen bedeckt.

    Αυτό έχει μικροσκοπικές παράλληλες ραβδώσεις που καλύπτουν κατά μήκος ολόκληρο το σώμα του.

  • περικαλύπτω

    Wenn das Weibchen befruchtet ist, sondert es einen Stoff ab, mit dem es sich bedeckt, um andere Männchen abzustoßen.

    Μετά τη γονιμοποίησι η θηλυκή εκκρίνει μια ουσία με την οποία περικαλύπτει το σώμα της για ν’ αποκρούη όλες τις άλλες αρσενικές.

Φράσεις παρόμοιες με "Bedecken" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • καλυμμένος · συννεφιασμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bedecken" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη