Μετάφραση του "Befolgung" σε Ελληνικά
Οι εφαρμογή, τήρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Befolgung" σε Ελληνικά.
Befolgung
noun
feminine
-
εφαρμογή
nounDieser Grundsatz wurde bei allen bisherigen Umstellungen angewandt und seine Befolgung gründlich kontrolliert.
Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε σε όλες τις προηγούμενες μεταβάσεις στο ευρώ και η εφαρμογή της ελεγχόταν διεξοδικά.
-
τήρηση
Die Befolgung des Gesetzes wirkte sich oft vorteilhaft auf die Gesundheit aus.
Η τήρηση του Νόμου ήταν συχνά επωφελής για την υγεία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Befolgung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη