Μετάφραση του "Befolgung" σε Ελληνικά

Οι εφαρμογή, τήρηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Befolgung" σε Ελληνικά.

Befolgung noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • εφαρμογή

    noun

    Dieser Grundsatz wurde bei allen bisherigen Umstellungen angewandt und seine Befolgung gründlich kontrolliert.

    Αυτή η αρχή υιοθετήθηκε σε όλες τις προηγούμενες μεταβάσεις στο ευρώ και η εφαρμογή της ελεγχόταν διεξοδικά.

  • τήρηση

    Die Befolgung des Gesetzes wirkte sich oft vorteilhaft auf die Gesundheit aus.

    Η τήρηση του Νόμου ήταν συχνά επωφελής για την υγεία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Befolgung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Befolgung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη