Μετάφραση του "Begleitung" σε Ελληνικά

Οι ακομπανιαμέντο, συνοδεία, υπόκρουση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Begleitung" σε Ελληνικά.

Begleitung noun feminine γραμματική

Schranze (veraltet) (gehoben) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακομπανιαμέντο

    noun neuter

    Es ist ein mustergültiger Sänger, der keine Begleitung braucht.

    Είναι ένας ‘αστέρας’ τραγουδιστής που δεν χρειάζεται ακομπανιαμέντο.

  • συνοδεία

    noun

    Das tat er auch kurz darauf in Begleitung von Milizsoldaten, die Gewehre bei sich trugen.

    Επέστρεψε έπειτα από λίγο, με τη συνοδεία οπλισμένων εθνοφρουρών.

  • υπόκρουση

    Bei dieser Musikrichtung werden die Texte — Gossensprache in Reimform — in Begleitung eines starken Beats gesprochen, nicht gesungen.

    Στη μουσική ραπ, οι στίχοι—λέξεις αργκό, του δρόμου, με ομοιοκαταληξία—δεν τραγουδιούνται, αλλά απαγγέλλονται με υπόκρουση έντονων χτύπων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Begleitung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "Begleitung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Begleitung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη