Μετάφραση του "Bekleidung" σε Ελληνικά
Οι ενδύματα, ένδυση, ενδυμασία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bekleidung" σε Ελληνικά.
Bekleidung
Noun
noun
feminine
γραμματική
Zeug (umgangssprachlich) [..]
-
ενδύματα
Der Begriff „Bekleidung für Säuglinge“ umfasst Bekleidung bis einschließlich Handelsgröße 86.
Η διατύπωση «ενδύματα για βρέφη» περιλαμβάνει τα ενδύματα μέχρι και το εμπορικό μέγεθος 86.
-
ένδυση
2.8 Überblick über die aktuelle Situation in den Bereichen Lebensmittel und Bekleidung:
2.8 Επισκόπηση της παρούσας κατάστασης στα τρόφιμα και την ένδυση:
-
ενδυμασία
noun feminineSeinerzeit galt diese Bekleidung als angemessen für einen so ernsten Anlass.
Αυτό θεωρούνταν τότε η κατάλληλη ενδυμασία για μια τόσο σοβαρή περίσταση.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρουχισμός
- ιματισμός
- μονιμότητα
- ρούχα
- στολή
- σύνολο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bekleidung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη