Μετάφραση του "Belagerung" σε Ελληνικά
Οι πολιορκία, καρέκλα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Belagerung" σε Ελληνικά.
Belagerung
noun
Noun
feminine
γραμματική
-
πολιορκία
noun feminineπολεμικός αποκλεισμός μια πόλης ή φρούριου
Dieser Knabe sah, was bei der Belagerung passiert ist.
Αυτό το αγόρι είδε τι έγινε στην πολιορκία.
-
καρέκλα
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Belagerung " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "Belagerung"
Φράσεις παρόμοιες με "Belagerung" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Άλωση της Κωνσταντινούπολης
-
Πολιορκία της Άκρας
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη