Μετάφραση του "Benutzer" σε Ελληνικά
Οι χρήστης, χρήστρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Benutzer" σε Ελληνικά.
Benutzer
noun
masculine
γραμματική
User (umgangssprachlich) [..]
-
χρήστης
noun masculineκάποιος που χρησιμοποιεί έναν υπολογιστή ή δικτυακή υπηρεσία
Ein Zweipunktgurt, der vor dem Becken des Benutzers verläuft.
Μια ζώνη δύο σημείων που διέρχεται μπροστά από το σώμα του χρήστη στο ύψος της λεκάνης.
-
χρήστρια
Noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Benutzer " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Benutzer" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
τοπικός χρήστης
-
αντικείμενο USER
-
συνδεδεμένος χρήστης
-
εξουσιοδοτημένος χρήστης
-
ανώνυμος χρήστης
-
Διαχείριση χρηστών
-
ομάδα Users
-
συνδεδεμένος, η ταυτότητα του χρήστη ελέγχθηκε
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη