Μετάφραση του "Benzol" σε Ελληνικά
Οι βενζόλιο, βενζένιο, Βενζόλιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Benzol" σε Ελληνικά.
Benzen (fachsprachlich) [..]
-
βενζόλιο
noun neuterFarbloser, flüssiger und brennbarer aromatischer Kohlenwasserstoff, der u. A. zur Herstellung von Styrol und Phenol verwendet wird
Benzol ist in der Tat schon seit langem als besonders krebserregend bekannt.
Πράγματι, το βενζόλιο είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό ως ένα ισχυρό καρκινογόνο.
-
βενζένιο
Farbloser, flüssiger und brennbarer aromatischer Kohlenwasserstoff, der u. A. zur Herstellung von Styrol und Phenol verwendet wird
4. den für Benzol vorgesehenen Grenzwert von einem ppm genauer festzulegen,
4. Να διευκρινίσει την οριακή τιμή 1 ppm που προτείνεται για το βενζένιο.
-
Βενζόλιο
Μονοκυκλικός αρωματικός υδρογονάνθρακας
Benzol ist in der Tat schon seit langem als besonders krebserregend bekannt.
Πράγματι, το βενζόλιο είναι γνωστό εδώ και πολύ καιρό ως ένα ισχυρό καρκινογόνο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Benzol " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"benzol" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το benzol στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.