Μετάφραση του "Beobachter" σε Ελληνικά
Οι παρατηρητής, παρατηρήτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beobachter" σε Ελληνικά.
Beobachter
noun
masculine
γραμματική
Ein Mann, der beobachtet. [..]
-
παρατηρητής
noun masculineDer Strategieausschuss wird vor der Aufnahme eines neuen Beobachters konsultiert.
Προτού γίνει δεκτός οποιοσδήποτε νέος παρατηρητής ζητείται η γνώμη του στρατηγικού συμβουλίου.
-
παρατηρήτρια
noun feminine
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Beobachter " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη