Μετάφραση του "Bernstein" σε Ελληνικά

Οι κεχριμπάρι, ήλεκτρο, Κεχριμπάρι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bernstein" σε Ελληνικά.

Bernstein noun masculine γραμματική

Hartes, gelbes oder braunes Material, das aus Baumharz besteht und für Schmuck etc. benutzt wird.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κεχριμπάρι

    noun neuter

    Hartes, gelbes oder braunes Material, das aus Baumharz besteht und für Schmuck etc. benutzt wird.

    Im Urlaub an der Ostsee haben wir Bernstein gesammelt.

    Κατά τις διακοπές στη Βαλτική θάλασσα εμείς μαζέψαμε κεχριμπάρι.

  • ήλεκτρο

    noun neuter

    Der Bernstein wird sorgfältig nach Größe, Form, Farbe und nach Art der Einschlüsse sortiert.

    Το ήλεκτρο ταξινομείται προσεκτικά ανάλογα με το μέγεθος, το σχήμα, το χρώμα και το περιεχόμενο.

  • Κεχριμπάρι

    απολιθωμένη ρητίνη

    Im Urlaub an der Ostsee haben wir Bernstein gesammelt.

    Κατά τις διακοπές στη Βαλτική θάλασσα εμείς μαζέψαμε κεχριμπάρι.

  • ήλεκτρον

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bernstein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bernstein
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άμπερ

    Farbe

Εικόνες με "Bernstein"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bernstein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη