Μετάφραση του "Beten" σε Ελληνικά

Οι προσευχή, προσεύχομαι, αιτώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beten" σε Ελληνικά.

Beten
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσευχή

    noun feminine

    In den heiligen Schriften werden Beten und Fasten immer wieder gemeinsam erwähnt.

    Στις γραφές η προσευχή και η νηστεία αναφέρονται μαζί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beten " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

beten verb γραμματική

Sich mit Lob, Dank, einer Beichte oder einem Bittgesuch an Gott oder ein höheres Wesen wenden.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • προσεύχομαι

    verb

    Und genau um dasselbe hatte meine Kusine gebetet.

    Και η γυναίκα του εξαδέλφου μου προσηύχετο ακριβώς για το ίδιο πράγμα.

  • αιτώ

    verb

Εικόνες με "Beten"

Φράσεις παρόμοιες με "Beten" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beten" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη