Μετάφραση του "Bett" σε Ελληνικά

Οι κρεβάτι, κοίτη, κλίνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bett" σε Ελληνικά.

Bett noun neuter γραμματική

Pofe (Rheinisch) (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεβάτι

    noun neuter

    Möbelstück, welches ein Ort zum Schlafen ist [..]

    Er geht früh ins Bett, aber er braucht lange, bis er einschläft.

    Πηγαίνει νωρίς στο κρεβάτι, αλλά του παίρνει ώρα μέχρι να αποκοιμηθεί.

  • κοίτη

    noun feminine

    Das unterirdische Rinnsal brach durch sein Bett und fällt in eine Höhle.

    Το υπόγειο ρεύμα, διαρρηγνύοντας τη κοίτη του, έπεσε σε ένα δίκτυο κοιλοτήτων.

  • κλίνη

    noun feminine

    Sie haben kein richtiges Bett, können sich nicht duschen oder sich die Zähne putzen.

    Αυτοί δεν έχουν την κατάλληλη κλίνη, δεν μπορούν ντους ή βουρτσίζουν τα δόντια τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ευνή
    • πυθμένας
    • υπόστρωμα
    • υπέρεισμα
    • υπόβαθρο
    • στρώμα
    • κοιλάδα
    • κρεβ(β)άτι
    • κρεββάτι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bett " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bett
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • κρεββάτι

    noun

    Ich will nur wissen, wie das in mein Bett kam?

    Θέλω να μάθω πώς βρέθηκε στο κρεββάτι μου.

Εικόνες με "Bett"

Φράσεις παρόμοιες με "Bett" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bett" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη