Μετάφραση του "Beute" σε Ελληνικά

Οι λεία, βορά, θήραμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Beute" σε Ελληνικά.

Beute noun Noun feminine γραμματική

Prise (fachsprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • λεία

    noun feminine

    Er kämpft nicht um seine Beute, er lässt sie von anderen töten.

    Δεν μοχθεί για την τροφή του, αφήνει άλλους να παρέχουν τη λεία.

  • βορά

    noun feminine

    Die Schafe sind nichts ohne den Hirten, doch leichte Beute für die Bestien der Nacht.

    Τα πρόβατα είναι τίποτα χωρίς τον ποιμένα παρά μόνο βορά για τα κτήνη τη νύχτα.

  • θήραμα

    noun neuter

    Sie werden langsam durch die verseuchte Beute vergiftet, die sie fressen.

    Δηλητηριάζονται αργά από τα μολυσμένα θηράματα με τα οποία τρέφονται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θύμα
    • λάφυρο
    • πλιάτσικο
    • αρπαχτή
    • κλοπιμαία
    • λάφυρα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Beute " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Beute"

Φράσεις παρόμοιες με "Beute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Beute" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη