Μετάφραση του "Bikini" σε Ελληνικά

Το μπικίνι είναι η μετάφραση του "Bikini" σε Ελληνικά.

Bikini noun Noun proper masculine γραμματική

Atoll in der Ralikgruppe [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπικίνι

    noun neuter

    Zeigt mal , ob ihr Bikini Models seid oder nicht .

    Εμφανίζει φορές , αν είστε μοντέλα μπικίνι ή όχι .

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bikini " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Bikini"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bikini" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη