Μετάφραση του "Bildhauer" σε Ελληνικά

Οι Γλύπτης, γλύπτης, γλύπτρια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bildhauer" σε Ελληνικά.

Bildhauer noun masculine γραμματική

Bildhauer (Sternbild)

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • Γλύπτης

    proper noun masculine

    Γλύπτης (αστερισμός)

    Der große Bildhauer hat ein unterirdisches Wunderreich geschaffen, das das Auge entzückt.

    Πράγματι, ο Μέγας Γλύπτης έχει χαράξει ένα υπόγειο βασίλειο που ευχαριστεί την όρασι.

  • γλύπτης

    noun masculine

    καλλιτέχνης που παράγει έργα ανάγλυφα ή με τρισδιάστατη μορφή

    Andrews ist schlau, aber wie alle modernen Bildhauer hat er zu viel Fantasie.

    O Άντριους είναι έξυπνος, αλλά ως μοντέρνος γλύπτης... έχει πολύ φαντασία.

  • γλύπτρια

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bildhauer " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bildhauer
+ Προσθήκη

"bildhauer" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το bildhauer στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "Bildhauer"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bildhauer" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη