Μετάφραση του "Bimsstein" σε Ελληνικά

Οι ελαφρόπετρα, αλαφρόπετρα, κίσηρη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bimsstein" σε Ελληνικά.

Bimsstein masculine γραμματική

Poröses Vulkangestein mit geringer Dichte.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • ελαφρόπετρα

    noun feminine

    Hierher gehört vor allem zerstoßener und gemahlener Bimsstein.

    Η διάκριση αυτή περιλαμβάνει κυρίως την ελαφρόπετρα, θρυμματισμένη ή σε σκόνη.

  • αλαφρόπετρα

    Noun feminine
  • κίσηρη

    Boden: Fast ganz Santorin hat vulkanischen Grund, dessen Ursubstanz tertiäre Ablagerungen von Santorin-Erde, Bimsstein und Lava sind.

    Έδαφος: Το μητρικό υλικό του ηφαιστειογενούς εδάφους που απαντάται στο σύνολο σχεδόν της Σαντορίνης αποτελείται από τριτογενείς αποθέσεις θηραϊκής γης, κίσηρη και λάβα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bimsstein " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "Bimsstein"

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bimsstein" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη