Μετάφραση του "Biomechanik" σε Ελληνικά

Οι βιομηχανική, εμβιομηχανική είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Biomechanik" σε Ελληνικά.

Biomechanik noun feminine
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • βιομηχανική

    adjective

    επιστημονικός κλάδος

    Biomechanik: vgl. B 115

    Βιομηχανική: βλέπε Β 115

  • εμβιομηχανική

    noun

    Aber als ich im Aufbaustudium Biomechanik studierte, wollte ich ein Dissertationsprojekt finden, das unser Wissen über Skelettfunktionen wirklich erweitern würde.

    Όταν όμως πήγα για μεταπτυχιακό στην εμβιομηχανική, ήθελα να βρω μια πτυχιακή που θα διεύρυνε τις γνώσεις μας πάνω στις λειτουργίες του σκελετού.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Biomechanik " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Biomechanik" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη