Μετάφραση του "Biskuit" σε Ελληνικά
Οι παντεσπάνι, Μπισκότο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Biskuit" σε Ελληνικά.
Biskuit
noun
masculine
γραμματική
Leichte, weiche Masse aus Mehl, Zucker, Eiern und Backpulver, die häufig mit Creme, Konfitüre oder Früchten serviert wird.
-
παντεσπάνι
Noun neuterHat den Betonboden in Biskuit verwandelt.
Τα τσιμεντένια θεμέλια έγιναν σα παντεσπάνι.
-
Μπισκότο
leichtes Gebäck aus Biskuitmasse
Einen Kaffee und einen Biskuit, bitte.
– Καφέ κι ένα μπισκότο, παρακαλώ.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Biskuit " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
biskuit
+
Προσθήκη μετάφρασης
Προσθήκη
"biskuit" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το biskuit στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "Biskuit"
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη