Μετάφραση του "Biss" σε Ελληνικά
Οι δάγκωμα, δαγκωματιά, τσίμπημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Biss" σε Ελληνικά.
Das Zugreifen mit den Zähnen. [..]
-
δάγκωμα
noun neuterDas Zugreifen mit den Zähnen.
Es stärkt einen gegen den nächsten giftigen Biss.
Σε κάνει λιγότερο ευάλωτο στο επόμενο δηλητηριώδες δάγκωμα.
-
δαγκωματιά
noun feminineNur ein kleiner Bissen, damit du stark bleibst.
Μόνο μια δαγκωματιά για να κρατήσεις τις δυνάμεις σου.
-
τσίμπημα
nounSie hat sich das Denguefieber zugezogen, das durch den Biß einer Stechmücke übertragen wird.
Το έχει προσβάλει δάγγειος πυρετός από το τσίμπημα του κουνουπιού.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Biss " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"biss" στο λεξικό Γερμανικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το biss στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "Biss" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διαπεραστικός · καυστικός · καυτερός · ξινός · οξύς · πικρός · τσουχτερός
-
δάγκωσα τη γλώσσα μου
-
πεθαίνω · πηγαίνω στα θυμαράκια
-
δάγκωμα · δαγκώνω · καταδαγκώνω · κεντρίζω · τσιμπάω · τσιμπώ
-
δαγκώνω
-
δαγκώνω το κάτω χείλος
-
μπουκιά · χαψιά
-
ο τελευταίος την πληρώνει πάντα