Μετάφραση του "Bistum" σε Ελληνικά
Οι επισκοπή, επισκοπάτο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bistum" σε Ελληνικά.
Bistum
noun
neuter
γραμματική
Im Christentum ein Gebiet, das von einem Bischof verwaltet ist.
-
επισκοπή
noun feminineIm Christentum ein Gebiet, das von einem Bischof verwaltet ist.
Ich habe sogar zugestimmt, ihm das Bistum von York zu lassen. Mit einer Pension von 3.000 Engeln.
Συμφώνησα να τον αφήσω να κρατήσει την επισκοπή της Υόρκης, με μια σύνταξη 3000 αγγέλων.
-
επισκοπάτο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Bistum " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "Bistum" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Επισκοπή της Λιέγης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη