Μετάφραση του "Bitumen" σε Ελληνικά

Οι πίσσα, Άσφαλτος, βιτουμένιο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Bitumen" σε Ελληνικά.

Bitumen noun neuter γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • πίσσα

    noun feminine

    Bitumen ist ein Nebenprodukt, das bei der Öldestillation gewonnen wird.

    Η πίσσα αποτελεί υποπροϊόν το οποίο παράγεται κατά την απόσταξη του πετρελαίου.

  • Άσφαλτος

    zähes, schwarzes Endprodukt der Erdöldestillation

    Bitumen und bitumenhaltige Bindemittel — Anforderungen an Straßenbaubitumen

    Άσφαλτος και ασφαλτικά συνδετικά — Προδιαγραφές για ασφάλτους οδοστρωσίας

  • βιτουμένιο

    Bitumen wird häufig auch als Asphalt bezeichnet und in erster Linie im Straßenbau und für Bedachungen verwendet.

    Το βιτουμένιο αναφέρεται συχνά ως άσφαλτος και χρησιμοποιείται πρωτίστως για την οδοποιία και ως υλικό στεγών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πισσάσφαλτος
    • (ορυκτή) άσφαλτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Bitumen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

bitumen
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • άσφαλτος

    noun feminine

    Petrolkoks, Bitumen aus Erdöl und andere Rückstände aus Erdöl oder Öl aus bituminösen Mineralien.

    Οπτάνθρακας (κοκ) από πετρέλαιο, άσφαλτος από πετρέλαιο και άλλα υπολείμματα των λαδιών πετρελαίου ή των ασφαλτούχων ορυκτών.

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Bitumen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη