Μετάφραση του "Blasen" σε Ελληνικά

Οι τσιμπούκι, πίπα, πνοή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Blasen" σε Ελληνικά.

Blasen noun feminine γραμματική

französischer Sex (umgangssprachlich) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • τσιμπούκι

    noun

    Anstatt ein letztes Essen, sollten sie dir ein letztes mal einen blasen.

    Αντί για το τελευταίο γεύμα... θα έπρεπε να σου δώσουν ένα τελευταίο τσιμπούκι.

  • πίπα

    noun feminine

    Nach dem Blasen muss man's ihm bei'nem Kuß in den Mund spucken:

    Μετά την πίπα, του αρέσει να του τα φτύνεις πίσω στο στόμα.

  • πνοή

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπνοή
    • αγιάζι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Blasen " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

blasen verb γραμματική

schwanzlutschen (vulgär) [..]

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυσώ

    verb

    Das Bewegen der Luft, das durch Unterschiede im Luftdruck in der Atmosphäre hervorgerufen wird.

    Ich blase von dir weg.

    Καλά, θα φυσώ από την άλλη.

  • παίζω

    verb

    Er wollte mich nicht seine Pfeife blasen lassen.

    Δεν με άφηνε να παίξω με τη σφυρίχτρα μου.

  • σαλπίζω

    Ich war der Trompeter und blies tagsüber zum Appell der Fähnriche.

    Ήμουν ο σαλπιγκτής της φυλακής που σάλπιζε τα προσκλητήρια για τους υπαλλήλους των γραφείων στη διάρκεια της ημέρας.

  • φυσάω

    verb

    Ich stell mir vor, dass ich tatsächlich mein Alphorn blase.

    Φαντάζομαι ότι πραγματικά φυσάω το πανίσχυρο Αλπόρνο μου.

Εικόνες με "Blasen"

Φράσεις παρόμοιες με "Blasen" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • φυσητός
  • Νευρογενής κύστη
  • φούσκα των dot-com
  • κύστη · ουροδόχος κύστη · πομφόλυγα · φουσκάλα · φούσκα · φυσαλίδα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Blasen" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη