Μετάφραση του "Blattwerk" σε Ελληνικά

Οι φυλλωσιά, φύλλωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Blattwerk" σε Ελληνικά.

Blattwerk

Sämtliche Blätter einer Pflanze.

+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • φυλλωσιά

  • φύλλωμα

    noun neuter

    Blätterwerk [..]

    Dementsprechend wird das Blattwerk beschnitten, so daß der Stamm im Verhältnis dazu dicker und älter wirkt.

    Το φύλλωμα αντίστοιχα κλαδεύεται, με αποτέλεσμα και ο κορμός να φαίνεται ανάλογα παχύτερος.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Blattwerk " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Blattwerk" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη