Μετάφραση του "Blendung" σε Ελληνικά

Οι θάμβος, θάμβωση, θάμπωμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Blendung" σε Ελληνικά.

Blendung Noun noun feminine γραμματική
+ Προσθήκη

Γερμανικά-Ελληνικά λεξικό

  • θάμβος

    noun

    — Unempfindlichkeit gegen Blendung;

    — ικανότητα αντοχής στο θάμβος,

  • θάμβωση

    - Widerstandsfähigkeit gegen Blendung

    -ικανότητα αντίστασης στη θάμβωση.

  • θάμπωμα

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Blendung " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Blendung" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη